Βαρύ πλήγμα στην ελευθερία | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Βαρύ πλήγμα στην ελευθερία | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που καταργεί το δικαίωμα στις αμβλώσεις, σηματοδοτεί πρωτοφανή οπισθοδρόμηση μιας κοινωνίας που ήταν πρωτοπόρος στην κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Με τη δημοσιοποίηση της απόφασης (με ψήφους 6-3), 13 πολιτείες ήταν έτοιμες να απαγορεύσουν τις αμβλώσεις, έχοντας προετοιμάσει τους σχετικούς νόμους, με περίπου άλλες τόσες να ακολουθούν αργότερα, επεμβαίνοντας άμεσα στη ζωή εκατομμυρίων γυναικών. «Οι Αμερικανίδες σήμερα έχουν λιγότερες ελευθερίες απ’ ό,τι οι μητέρες τους», δήλωσε με τρεμάμενη φωνή η πρόεδρος της Βουλής, Νάνσι Πελόζι. Το δικαστήριο είχε επικυρώσει το δικαίωμα στην άμβλωση (με ψήφους 7-2) το 1973. Τρεις από τους δικαστές της πλειοψηφίας την Παρασκευή είχαν διοριστεί από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ετσι, κλιμακώνεται μια επίθεση σε δικαιώματα και ελευθερίες στις ΗΠΑ που άρχισε εδώ και πολλές δεκαετίες. Και ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ έχει άμεσο και ισχυρό αντίκτυπο στον υπόλοιπο κόσμο. Και δη, όταν συντηρητικοί Αμερικανοί ακτιβιστές κόβουν τη χρηματοδότηση για υπηρεσίες που δεν εγκρίνουν σε ξένες χώρες και, την ίδια ώρα, υπολογίζεται ότι μεταξύ 2009 και 2018 συντηρητικές οργανώσεις των ΗΠΑ έστειλαν 81,3 εκατ. δολάρια σε ευρωπαϊκές χώρες για τον πόλεμο εναντίον ελευθεριών και δικαιωμάτων, σύμφωνα με περυσινή έκθεση του European Parliamentary Forum for Sexual and Reproductive Rights.

«Αυτή είναι πολύ σοβαρή στιγμή», δήλωσε ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν. «Το Ανώτατο Δικαστήριο σήμερα κατήργησε ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του αμερικανικού λαού… Δεν το περιόρισαν, το κατήργησαν. Κάτι τέτοιο δεν έχει ξανασυμβεί σχετικά με δικαίωμα τόσο σημαντικό για τόσους πολίτες της Αμερικής. Και όμως το έκαναν. Είναι θλιβερή ημέρα για το δικαστήριο και για τη χώρα». Ο πρόεδρος σημείωσε ότι «η απόφαση είναι η κορύφωση μιας συνειδητής προσπάθειας δεκαετιών να ανατραπεί η ισορροπία του νόμου μας». Η εκστρατεία αυτή συμπεριλαμβάνει τον διορισμό δικαστών που στηρίζουν την επίθεση εναντίον ελευθεριών. Βασίζεται, επίσης, στις προσπάθειες Ρεπουμπλικανών πολιτικών να χαράξουν εκλογικές περιφέρειες και να θεσπίσουν διαδικασίες που να περιορίζουν το δικαίωμα στην ψήφο. Σε πολλές περιοχές, Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι εκλέγονται παρότι οι αντίπαλοί τους κερδίζουν περισσότερες ψήφους. Ετσι, εφαρμόζουν πολιτικές που καταργούν δικαιώματα, υπονομεύουν δημόσιες υπηρεσίες, μειώνουν φόρους των πλουσίων.

Η πολιτική και κοινωνική πόλωση θα συνεχίσει να κορυφώνεται και πιθανώς οι ΗΠΑ θα βυθιστούν στην εσωστρέφεια, σε μια εποχή που ο πλανήτης αντιμετωπίζει πολλές κρίσεις ταυτόχρονα.

Εάν ανατρέξει κανείς στην Ιστορία για να πιάσει το νήμα αυτής της κίνησης, θα μπορούσε να αρχίσει από τον Τζον Καλχούν (John C. Calhoun), γερουσιαστή από τη Ν. Καρολίνα και έβδομο πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος κυριαρχούσε στον αμερικανικό Νότο από το 1820 έως τον θάνατό του το 1850. Πιστεύοντας ότι αυτός και άλλοι πλούσιοι απειλούνταν από τη μάζα των ψηφοφόρων, επινόησε «συνταγματικά εργαλεία» για να περιορίζει τη λειτουργία της κυβέρνησης. Σύμφωνα με πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη της ιστορικού Νάνσι Μακλέιν (Nancy MacLean) με το περιοδικό του Institute for New Economic Thinking (30/5/2018), ο οικονομολόγος Τζέιμς Μπιουκάναν (βραβείο Νομπέλ το 1986) συνέχισε αυτόν τον αγώνα εναντίον κυβερνητικών παρεμβάσεων. Σε συνεργασία με τον μεγιστάνα Τσαρλς Κοτς (Charles Koch), ο Μπιουκάναν «εστίασε σε τέτοιες “προσβολές” εναντίον των καπιταλιστών όπως οι οικολογικές ευαισθησίες, η δημόσια υγεία και πρόνοια, εκφράζοντας ενθουσιασμό για τη διάλυση της κοινωνικής ασφάλειας, των Medicaid και Medicare, καθώς και της δημόσιας εκπαίδευσης», σημειώνει το άρθρο του ΙΝΕΤ. «Και ο φεμινισμός έπρεπε να καταργηθεί, επίσης», καθώς ο Μπιουκάναν και οι συνεργάτες του τον θεωρούσαν «σοσιαλιστικό εγχείρημα».

Οι διοργανωτές της επιχείρησης αυτής κατάλαβαν ότι η «επανάστασή» τους έπρεπε να ελέγξει τη Δικαιοσύνη και να υπάρχουν οργανώσεις που θα πίεζαν για φαινομενικά μικρά βήματα, χρησιμοποιώντας οικονομικά και πολιτικά επιχειρήματα (και όχι ρατσιστική ορολογία), ώστε να μη διακρίνεται ο τελικός στόχος. Η οργάνωση Federalist Society εξασφάλισε τον διορισμό μεγάλου αριθμού δικαστών, μεταξύ αυτών και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αλλες οργανώσεις, όπως American Legislative Exchange Commission, Heritage Foundation και Alliance Defending Freedom, συμβάλλουν στη μάχη εις βάρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Από την απόφαση που κατοχύρωνε το δικαίωμα στις αμβλώσεις (Roe vs Wade) ξεκίνησε η εκστρατεία των «Ευαγγελιστών» (με εκατομμύρια ψηφοφόρους) εναντίον των αμβλώσεων, των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων κ.ά. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υιοθέτησε αυτή την πολιτική. Ετσι φθάσαμε στην προεδρία Τραμπ. Η συγκυρία τού επέτρεψε να διορίσει τρία από τα εννιά μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την προχθεσινή απόφαση που καταργεί το δικαίωμα γυναικών να ορίζουν την τύχη τους, αλλά και την πρόσφατη κατάργηση του δικαιώματος πολιτειών να περιορίζουν την οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Οπως σχολίασαν πολλοί, σύμφωνα με το δικαστήριο, ένα όπλο έχει περισσότερα δικαιώματα από μια γυναίκα.

Οι δύο αυτές αποφάσεις είναι αντίθετες με τη γνώμη της πλειοψηφίας των πολιτών. Ομως, αυτό δεν πτοεί ούτε το δικαστήριο, ούτε τους Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς, ούτε τους ακτιβιστές που μάχονται εναντίον των δικαιωμάτων. Η πολιτική και κοινωνική πόλωση στις ΗΠΑ θα συνεχίσει να κορυφώνεται, με τις «ενδιάμεσες εκλογές» τον ερχόμενο Νοέμβριο να εγείρουν τον κίνδυνο οι Ρεπουμπλικανοί να πάρουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Πιθανώς, οι ΗΠΑ θα βυθιστούν στην εσωστρέφεια, σε μια εποχή που ο πλανήτης αντιμετωπίζει πολλές κρίσεις ταυτόχρονα. Και επειδή ό,τι συμβαίνει στην Αμερική έχει άμεσο αντίκτυπο στον υπόλοιπο κόσμο, δικαιώματα που θεωρούνταν κατακτημένα εδώ και πολλά χρόνια θα βρεθούν υπό αμφισβήτηση πάλι. Η Παρασκευή 24 Ιουνίου, 2022, ήταν μια σκοτεινή ημέρα για την ελευθερία.



Πηγή: www.kathimerini.gr