«Είμαι ο Εσκομπάρ της Ζακύνθου» – Αποκαλυπτική κατάθεση του μάρτυρα – «κλειδί»

«Είμαι ο Εσκομπάρ της Ζακύνθου» – Αποκαλυπτική κατάθεση του μάρτυρα – «κλειδί»

Συγκλονιστικές περιγραφές περιλαμβάνονται στην κατάθεση του μάρτυρα που θεωρείται κομβικός για την εξιχνίαση της δολοφονίας της συζύγου του Ντίμη Κορφιάτη στη Ζάκυνθο.

Πρόκειται για πολυσέλιδη κατάθεση, στην οποία ο μάρτυρας – «κλειδί» περιέγραψε στους αστυνομικούς της Ασφάλειας όλα όσα είδε και άκουσε, κατά τη διάρκεια της επαφής του με τους κατηγορουμένους της υπόθεσης.

Κάποια στιγμή μεταξύ των κατηγορουμένων ξέσπασε άγριος καυγάς. Ενας από αυτούς έβγαλε τότε ένα πιστόλι και απείλησε έτερο των κατηγορουμένων λέγοντας: 

«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Είμαι ο Εσκομπάρ της Ζακύνθου. Όλα τα λεφτά που έρχονται στα χέρια σου, από εμένα είναι».
Στην ίδια κατάθεση, ο μάρτυρας περιέγραψε τις στιγμές που ακολούθησαν μετά τη δολοφονία της συζύγου του Κορφιάτη.

«Εγώ δεν μπορούσα να οδηγήσω από την ταραχή μου και έτσι οδήγησε ο (αναφέρει το όνομα του 38χρονου φερόμενου ως φυσικού αυτουργού της δολοφονίας). Εγώ έκατσα στη θέση του συνοδηγού και ο 39χρονος (σ.σ. αναφέρει το όνομα του δεύτερου φερόμενου ως φυσικού αυτουργού) έκατσε πίσω. Στη διαδρομή ο (39χρονος) συνέχισε να βλέπει ειδήσεις στο ίντερνετ από το δικό μου κινητό για να μάθει τι είχε γίνει με τον Ντίμη, όπως τον έλεγε, αν είχε πεθάνει τελικά. Άκουγα από το κινητό ότι έλεγαν στις ειδήσεις πως θα τον πάνε σε νοσοκομείο με αεροδιακομιδή. Ο 38χρονος φώναζε αρκετά εκείνη την ώρα και επικρατούσε τεράστια ένταση».

Ο μάρτυρας – «κλειδί» έμενε μαζί με τη φίλη του στο Χαλάνδρι: «Κάποια στιγμή ο 39χρονος με ρώτησε αν ήταν ακόμα στο σπίτι η φίλη μου και του είπα ναι. Μου ζήτησε να της πω να πάρει το κινητό του που το είχα αφήσει εγώ στο σπίτι αυτό και να πάρει κάποιον ένα τηλέφωνο. Έτσι της είπα εγώ να πάει να βρει το κινητό στη τσέπη ενός μπουφάν που το είχα βάλει. Μετά της είπα να καλέσει ένα συγκεκριμένο τηλέφωνο από τον κατάλογο του κινητού του 39χρονου, το οποίο μου το είπε  ίδιος. Δεν θυμάμαι τώρα να σας πω ποιο ήταν το όνομα αυτού του ατόμου. Όταν το κάλεσε η φίλη μου , ο 39χρονος της είπε να βάλει το κινητό της δίπλα στο δικό του κινητό και τότε ο 39χρονος συνομίλησε με αυτό το άτομο που είχε καλέσει. Του είπε ο 39χρονος ότι είναι στην Αθήνα και σε καμία ώρα θα είναι στο Λουτράκι».

Ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας είπε στον μάρτυρα:  

«Μου είπε ότι το αμάξι θα το κρατούσα εγώ και θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο για να το πάρει πίσω. Μου είπε επίσης ότι αν γινόταν τίποτα, να έλεγα ότι το αμάξι το είχα εγώ και ότι το είχα πάρει για να πάω στη μητέρα μου που είναι στους…. Εγώ του είπα ότι δεν γίνεται να πω κάτι τέτοιο. Όταν χωρίσαμε στη Νέα Ιωνία, μου έγραψε ένα τηλέφωνο σε ένα χαρτί και μου είπε να τον πάρω την επόμενη μέρα να του πω που θα άφηνα το αμάξι. Το κλειδί μου είπε να το άφηνα στην αριστερή ρόδα».

Για τα 24ωρα που ακολούθησαν ο μάρτυρας δήλωσε στους αστυνομικούς ότι ήταν τρομοκρατημένος:
«Λίγες μέρες μετά πήγα στον Δήμο Περιστερίου όπου δούλευα σε κοινωφελή εργασία εκείνη την περίοδο και είδα απ’ έξω το μαύρο σκούτερ του 39χρονου. Φοβήθηκα πάρα πολύ και σκέφτηκα ότι με έψαχνε για να μου κάνει κακό. Από τότε μέχρι και σήμερα δεν έχω ξαναπάει στο Δήμο Περιστερίου και έχω εξαφανιστεί τελείως από παντού. Φοβάμαι πολύ για τη ζωή μου με όλο αυτό που έχει γίνει. Μακάρι να μην τους είχα γνωρίσει ποτέ αυτούς τους δύο».

Πηγή: www.kathimerini.gr